Χρυσόθεμις / Γιάννης Ρίτσος
Language: Ελληνικά, Σύγχρονα.Publication: [χ.τ.] : Κέδρος, 1984Description: 84 σ. ; 24χ18 εκ.Dewey: 889.1 ΡΙΤAbstract: [...]Εκείνο τον παλιό καιρό, μια μέρα, κάτω στον κήπο, —θυμάμαι— η μουσική των τζιτζικιών, όπως απόψε περίπου, κατέβαινε απ’ τα πεύκα μέσα στο θορυβώδες φως, το διακοπτόμενο κάποτε απ’ την πνοή μιας αύρας. Και τότε τα φύλλα των ευκάλυπτων αγγίζαν στιγμιαία τη σιωπή. Οι σκιές στο χώμα γίνονταν χρυσογάλανες, σκοτεινές, επιμήκεις. Σε λίγο έσβηναν πάλι τα πάντα. Όμως εκείνη η ελάχιστη σιωπή απόμενε σαν μια μαβιά κηλίδα στον κατάφωτο αέρα. Θυμάμαι τις ψάθινες πολυθρόνες του κήπου, ζεστές απ’ τον ήλιο, να στέκουν εμπεριστατωμένες, θετικές, αξιόπιστες, στα τέσσερα πόδια τους. Αυτό μονάχα. Κι εκείνη η κηλίδα, σαν από τζάμι μακρινού παραθύρου, μετατοπίζονταν απ’ τις πλεχτές πολυθρόνες στο τραπέζι, κι εκεί σταματούσε πλάι στα ασημένια κουταλάκια. Τα ποτήρια του προγεύματος κάτω απ’ τα δέντρα γίνονταν τότε γαλανά με πράσινες κουκκίδες. Μια μέρα χύθηκε το νερό στο φόρεμα της αδελφής μου, — μια λουλακιά ζωγραφιά σχεδιάστηκε πάνω του. «Δωσ’ το μου να στο πλύνω», φώναξα. «Δεν είναι τίποτα, —λέει·— το νερό δε λεκιάζει». «Δώσ’ το μου, δώσ’ το μου», φώναξα πάλι. Όλοι με κοίταζαν. Σώπασα. Κι η ζωγραφιά μεγάλωνε, γέμιζε ολόκληρο το φόρεμα, τα χέρια της, τα πόδια της, το πρόσωπό της — η αδελφή μου είχε γίνει γαλάζια· μόνο η άκρη απ’ το ένα της σαντάλι απόμεινε λευκή. Κανείς δε βλέπει τα ολοφάνερα. Τα άλλα — ω, τα άλλα —ποιά;— μετακινήσεις, ασχολίες, χειρονομίες μες στο αμετάβλητο και αμετακίνητο, που λένε. Δε βλέπουν καθόλου. Καλύτερα τάχα; Χειρότερα; —Ποιός ξέρει;— Δε βλέπουν [...]..Subject - Topical Name: Νεοελληνική ποίηση| Cover image | Item type | Current library | Collection | Call number | Copy number | Status | Date due | Barcode |
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
|
|
Book
|
Δημοτική Βιβλιοθήκη Κομοτηνής | Κύρια Συλλογή | 889.1 ΡΙΤ (Browse shelf(Opens below)) | 1 | Available | 0000012241 |
[...]Εκείνο τον παλιό καιρό, μια μέρα, κάτω στον κήπο, —θυμάμαι—
η μουσική των τζιτζικιών, όπως απόψε περίπου, κατέβαινε απ’ τα πεύκα
μέσα στο θορυβώδες φως, το διακοπτόμενο κάποτε
απ’ την πνοή μιας αύρας. Και τότε τα φύλλα των ευκάλυπτων
αγγίζαν στιγμιαία τη σιωπή. Οι σκιές στο χώμα
γίνονταν χρυσογάλανες, σκοτεινές, επιμήκεις. Σε λίγο
έσβηναν πάλι τα πάντα. Όμως εκείνη η ελάχιστη σιωπή
απόμενε σαν μια μαβιά κηλίδα στον κατάφωτο αέρα. Θυμάμαι
τις ψάθινες πολυθρόνες του κήπου, ζεστές απ’ τον ήλιο, να στέκουν
εμπεριστατωμένες, θετικές, αξιόπιστες, στα τέσσερα πόδια τους. Αυτό μονάχα.
Κι εκείνη η κηλίδα, σαν από τζάμι μακρινού παραθύρου,
μετατοπίζονταν απ’ τις πλεχτές πολυθρόνες στο τραπέζι, κι εκεί σταματούσε
πλάι στα ασημένια κουταλάκια. Τα ποτήρια του προγεύματος κάτω απ’ τα δέντρα
γίνονταν τότε γαλανά με πράσινες κουκκίδες. Μια μέρα
χύθηκε το νερό στο φόρεμα της αδελφής μου, —
μια λουλακιά ζωγραφιά σχεδιάστηκε πάνω του. «Δωσ’ το μου να στο πλύνω», φώναξα.
«Δεν είναι τίποτα, —λέει·— το νερό δε λεκιάζει». «Δώσ’ το μου, δώσ’ το μου»,
φώναξα πάλι. Όλοι με κοίταζαν. Σώπασα. Κι η ζωγραφιά μεγάλωνε,
γέμιζε ολόκληρο το φόρεμα, τα χέρια της, τα πόδια της, το πρόσωπό της —
η αδελφή μου είχε γίνει γαλάζια· μόνο η άκρη απ’ το ένα της σαντάλι
απόμεινε λευκή. Κανείς δε βλέπει τα ολοφάνερα. Τα άλλα —
ω, τα άλλα —ποιά;— μετακινήσεις, ασχολίες, χειρονομίες
μες στο αμετάβλητο και αμετακίνητο, που λένε. Δε βλέπουν καθόλου.
Καλύτερα τάχα; Χειρότερα; —Ποιός ξέρει;— Δε βλέπουν [...].


There are no comments on this title.