Η Στραβοκώσταινα / Αργύρης Εφταλιώτης ; διασκευή: Κώστας Πούλος ; εικ.: Νικόλας Ανδρικόπουλος
Language: Ελληνικά, Σύγχρονα.Publication: Αθήνα : Παπαδόπουλος, 2000Description: 32 σ. : εγχρ. εικ. ; 30χ21 εκ.ISBN: 960-261-959-7.Classification: ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΕΦΤAbstract: Ολάκερη μέρα βαστούσε το ταξίδι από τη Χώρα του νησιού ως το χωριό. Μπροστά ο αγωγιάτης και πίσω εγώ, καβάλα στ' άλογο, άλογο καλό και ήσυχο, π' άκουγε τον αφέντη του κι ανέβαινε το κακοτράχαλο μονοπάτι δίχως βαρυγκόμιες. Γύρω πέτρες και δέντρα και βουνά ώσπου έφτανε το μάτι. Ο ήλιος ήτανε βασιλεμένος μισή ώρα και θέλαμε άλλες τρεις ώρες για να φτάσουμε στο χωριό. Μα ήτανε μισοφέγγαρο και λογαριάζαμε να φτάσουμε στο χωριό με το φως του. Δεν προφτάσαμε, όμως, να τελειώσουμε την κουβέντα, κι ακούστηκε η πρώτη βροντή. Ψηλά στον Αϊ-Λια, στην αψηλότερη κορφή του νησιού, είχαν συναχτεί μαύρα τα σύννεφα. Σε λιγάκι άρχισαν να πέφτουν οι πρώτες σταγόνες κι από κοντά οι αστραπές και οι βροντές η μια κοντά στην άλλη άνοιξαν οι καταρράχτες τ' ουρανού. Γίναμε μούσκεμα ως το κόκαλο. Λέω του αγωγιάτη: -Πάμε στο χωριό εκείνο κατά τη ραχούλα. Σε μισή ώρα τα πέταλα του αλόγου σπιθοβολούσαν απάνω στις πέτρες του σοκακιού που χώριζε το χωριό σε δυο μαχαλάδες. Ένας καφενές, δυο τρία αργαστηράκια με πέντ' έξι λιοκαμένους χωριανούς καθισμένους απ' έξω και κατάλαβα πως βρισκούμαστε στην αγορά. Ρωτούμε στον καφενέ πού μπορούμε να περάσουμε τη νύχτα. - Καλώς ορίστε, αποκρίνεται ένας τους. Εγώ, θαρρώντας πως ήθελε να μας φιλέψει αυτός, πηδώ από τ' άλογο, τονε χαιρετώ και τονε ρωτώ πού είναι το σπίτι του. Γρήγορα όμως κατάλαβα πως το καλώς ορίστε ήταν απλό χαιρέτισμα, καθώς το συνηθίζουν στα χωριά να καλωσορίζουν κάθε ξένο κι ας μην τον έχουνε ιδεί ποτές τους. Αληθινή ευγένεια και χάρη, που μοσχοβολάει στα βουνά εκείνα πάνω. Ξαναρωτώ λοιπόν πού μπορούμε να ξενυχτέψουμε. - Και πού αλλού παρά στης Στραβοκώσταινας; μου κάνει ο φίλος. Έρχεται, λοιπόν, ένα παιδί με το φανάρι και μαζί και ο δάσκαλος του χωριού και πάμε στης Στραβοκώσταινας....Provenance note: 5/3/2002Subject - Topical Name: Εικονογραφημένα βιβλία, Παιδικά | Παραμύθια | Κλασικά παραμύθια -- Ελληνικά| Item type | Current library | Collection | Call number | Copy number | Status | Date due | Barcode |
|---|---|---|---|---|---|---|---|
Book
|
Δημοτική Βιβλιοθήκη Κομοτηνής | Κύρια Συλλογή | ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΕΦΤ (Browse shelf(Opens below)) | 1 | Available | 0000015014 |
Browsing Δημοτική Βιβλιοθήκη Κομοτηνής shelves, Collection: Κύρια Συλλογή Close shelf browser (Hides shelf browser)
| ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΕΛΕ Είσαι αστέρι! | ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΕΛΙ Οι πρώτες μου ιστορίες με δεινόσαυρους | ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΕΥΦ Ένα παπί σε αποστολή | ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΕΦΤ Η Στραβοκώσταινα | ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΕΦΤ Η Αγγέλικα | ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΕΦΤ Το λαγούμι | ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΖΑΜ Η Μυρτώ και η Σμύρνη των θαυμάτων |
5/3/2002
Ολάκερη μέρα βαστούσε το ταξίδι από τη Χώρα του νησιού ως το χωριό. Μπροστά ο αγωγιάτης και πίσω εγώ, καβάλα στ' άλογο, άλογο καλό και ήσυχο, π' άκουγε τον αφέντη του κι ανέβαινε το κακοτράχαλο μονοπάτι δίχως βαρυγκόμιες. Γύρω πέτρες και δέντρα και βουνά ώσπου έφτανε το μάτι. Ο ήλιος ήτανε βασιλεμένος μισή ώρα και θέλαμε άλλες τρεις ώρες για να φτάσουμε στο χωριό. Μα ήτανε μισοφέγγαρο και λογαριάζαμε να φτάσουμε στο χωριό με το φως του. Δεν προφτάσαμε, όμως, να τελειώσουμε την κουβέντα, κι ακούστηκε η πρώτη βροντή. Ψηλά στον Αϊ-Λια, στην αψηλότερη κορφή του νησιού, είχαν συναχτεί μαύρα τα σύννεφα. Σε λιγάκι άρχισαν να πέφτουν οι πρώτες σταγόνες κι από κοντά οι αστραπές και οι βροντές η μια κοντά στην άλλη άνοιξαν οι καταρράχτες τ' ουρανού. Γίναμε μούσκεμα ως το κόκαλο. Λέω του αγωγιάτη: -Πάμε στο χωριό εκείνο κατά τη ραχούλα. Σε μισή ώρα τα πέταλα του αλόγου σπιθοβολούσαν απάνω στις πέτρες του σοκακιού που χώριζε το χωριό σε δυο μαχαλάδες. Ένας καφενές, δυο τρία αργαστηράκια με πέντ' έξι λιοκαμένους χωριανούς καθισμένους απ' έξω και κατάλαβα πως βρισκούμαστε στην αγορά. Ρωτούμε στον καφενέ πού μπορούμε να περάσουμε τη νύχτα. - Καλώς ορίστε, αποκρίνεται ένας τους. Εγώ, θαρρώντας πως ήθελε να μας φιλέψει αυτός, πηδώ από τ' άλογο, τονε χαιρετώ και τονε ρωτώ πού είναι το σπίτι του. Γρήγορα όμως κατάλαβα πως το καλώς ορίστε ήταν απλό χαιρέτισμα, καθώς το συνηθίζουν στα χωριά να καλωσορίζουν κάθε ξένο κι ας μην τον έχουνε ιδεί ποτές τους. Αληθινή ευγένεια και χάρη, που μοσχοβολάει στα βουνά εκείνα πάνω. Ξαναρωτώ λοιπόν πού μπορούμε να ξενυχτέψουμε. - Και πού αλλού παρά στης Στραβοκώσταινας; μου κάνει ο φίλος. Έρχεται, λοιπόν, ένα παιδί με το φανάρι και μαζί και ο δάσκαλος του χωριού και πάμε στης Στραβοκώσταινας...


There are no comments on this title.