Τα πρώτα χρόνια / Λουκάς Δαράκης
Language: Ελληνικά, Σύγχρονα.Publication: Αθήνα : Καστανιώτης, 1977Description: 107 σ. ; 21χ14 εκ.Classification: ΕΕΜ ΔΑΡAbstract: Τις ἀνοιξιάτικες ἡλιόλουστες μέρες, στο πάνω χαγιάτι τοῦ σπιτιοῦ μας, ἡ Μητέρα καπλάντιζε τα παπλώματα. Αὐτό τὸ ἔκανε συχνά καί στις χειμωνιάτικες καλοκαιριές. Θά ἤμουν τότε πέντε χρονώ. Μοῦ ἄρεζε να κάθομαι και να ξαπλώνω πάνω στο μαλακό πάπλωμα. Ἔνιωθα τή γλυκιά θαλπωρή τοῦ ἥλιου καί τήν ἔνιωθα πιό βαθειά καθώς δέν μποροῦσα να το ἐκφράσω καί τό κρατοῦσα μέσα μου. Τό ἀλαφρό, δροσερό κι ὁλοκάθαρο ἀεράκι χάϊδευε το πρόσωπό μου. Γελοῦσε ὁ οὐρανός κι ἡ ψυχή μου ήταν γεμάτη φῶς καί χαρά ἐκεῖ κοντά στη μάνα μου, στο πιό ἀγαπημένο μου πρόσωπο. Καθισμένη σταυροπόδι, με το κεφάλι σκυφτό, μέ τή δαχτυλήθρα καί τή βελόνα στα λευκά καί παχουλά της δάχτυλα, καπλάντιζε με ἐπιδεξιότητα το πάπλωμα χωρίς στραβοβελονιές. Κάποτε - κάποτε σήκωνε τα μάτια της καί με κοίταζε καί το βλέμμα της χάϊδευε το πρόσωπό μου. Ὅταν στριφογύριζα πάνω στό πάπλωμα καί τή μπόδιζα στή δουλειά της, δέν μέ μάλωνε, ἀλλά μέ κοίταζε μ' ἕνα ἀλλιώτικο χαμόγελο που το ἔνιωθα σαν ἁπαλό σκαμπίλι. Σταμάταγα τό στριφογύρισμα - καί τήν κοίταζα. Ήταν όμορφη, στρογγυλοπρόσωπη, με βαθυγάλαζα μάτια. Ἔμαθα τό χρῶμα τους ἀπό τά λόγια τοῦ Πατέρα καί μοῦ ἔμεινε γιά πάντα στή μνήμη. Δέν εἶχα προσέξει κεῖνο τόν καιρό ἄλλα χαρακτηριστικά της, ἀλλά ὀμορφότερη γυναίκα ἀπό τή μητέρα μου δέν ἔβλεπα στο χωριό. Τίς καθημερινές στο πρόσωπό της φαινόταν ἡ κούραση ἀπό τίς δουλειές τοῦ σπιτιοῦ κι ἔμενε ἀγέλαστο, ἀλλά ἦταν πάντα φωτεινό. Το εἶχα παρατηρήσει, γιατί τό ἔβρισκα παράξενο. Δέν καταλάβαινα γιατί νά εἶναι ἔτσι φωτεινό το πρόσωπό της καί τίς ώρες πού δέν ἦταν χαρούμενη καί γελαστή. Πολύ σπάνια, ὅταν μεγάλωσα, μοῦ ἔτυχε να συναντήσω γυναικεῖο πρόσωπο ἀγέλαστο καί φωτεινό. .Provenance note: ΔΩΡΕΑ : 19/01/10Subject - Topical Name: Παιδική και εφηβική λογοτεχνία, Ελληνική| Item type | Current library | Collection | Call number | Copy number | Status | Date due | Barcode |
|---|---|---|---|---|---|---|---|
Book
|
Δημοτική Βιβλιοθήκη Κομοτηνής | Κύρια Συλλογή | ΕΕΜ ΔΑΡ (Browse shelf(Opens below)) | 1 | Available | 0000021209 |
ΔΩΡΕΑ : 19/01/10
Τις ἀνοιξιάτικες ἡλιόλουστες μέρες, στο πάνω χαγιάτι τοῦ σπιτιοῦ μας, ἡ Μητέρα καπλάντιζε τα παπλώματα. Αὐτό τὸ ἔκανε συχνά καί στις χειμωνιάτικες καλοκαιριές. Θά ἤμουν τότε πέντε χρονώ.
Μοῦ ἄρεζε να κάθομαι και να ξαπλώνω πάνω στο μαλακό πάπλωμα. Ἔνιωθα τή γλυκιά θαλπωρή τοῦ ἥλιου καί τήν ἔνιωθα πιό βαθειά καθώς δέν μποροῦσα να το ἐκφράσω καί τό κρατοῦσα μέσα μου. Τό ἀλαφρό, δροσερό κι ὁλοκάθαρο ἀεράκι χάϊδευε το πρόσωπό μου. Γελοῦσε ὁ οὐρανός κι ἡ ψυχή μου ήταν γεμάτη φῶς καί χαρά ἐκεῖ κοντά στη μάνα μου, στο πιό ἀγαπημένο μου πρόσωπο.
Καθισμένη σταυροπόδι, με το κεφάλι σκυφτό, μέ τή δαχτυλήθρα καί τή βελόνα στα λευκά καί παχουλά της δάχτυλα, καπλάντιζε με ἐπιδεξιότητα το πάπλωμα χωρίς στραβοβελονιές. Κάποτε - κάποτε σήκωνε τα μάτια της καί με κοίταζε καί το βλέμμα της χάϊδευε το πρόσωπό μου.
Ὅταν στριφογύριζα πάνω στό πάπλωμα καί τή μπόδιζα στή δουλειά της, δέν μέ μάλωνε, ἀλλά μέ κοίταζε μ' ἕνα ἀλλιώτικο χαμόγελο που το ἔνιωθα σαν ἁπαλό σκαμπίλι. Σταμάταγα τό στριφογύρισμα - καί τήν κοίταζα.
Ήταν όμορφη, στρογγυλοπρόσωπη, με βαθυγάλαζα μάτια. Ἔμαθα τό χρῶμα τους ἀπό τά λόγια τοῦ Πατέρα καί μοῦ ἔμεινε γιά πάντα στή μνήμη. Δέν εἶχα προσέξει κεῖνο τόν καιρό ἄλλα χαρακτηριστικά της, ἀλλά ὀμορφότερη γυναίκα ἀπό τή μητέρα μου δέν ἔβλεπα στο χωριό.
Τίς καθημερινές στο πρόσωπό της φαινόταν ἡ κούραση ἀπό τίς δουλειές τοῦ σπιτιοῦ κι ἔμενε ἀγέλαστο, ἀλλά ἦταν πάντα φωτεινό. Το εἶχα παρατηρήσει, γιατί τό ἔβρισκα παράξενο. Δέν καταλάβαινα γιατί νά εἶναι ἔτσι φωτεινό το πρόσωπό της καί τίς ώρες πού δέν ἦταν χαρούμενη καί γελαστή. Πολύ σπάνια, ὅταν μεγάλωσα, μοῦ ἔτυχε να συναντήσω γυναικεῖο πρόσωπο ἀγέλαστο καί φωτεινό.


There are no comments on this title.