Ρωμιοσύνη / Γιάννης Ρίτσος
Language: Ελληνικά, Σύγχρονα.Publication: [χ.τ.] : Κέδρος, 1974Description: 28 σ. ; 24χ18 εκ.Dewey: 889.1 ΡΙΤAbstract: Αυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό, αυτές οι πέτρες δε βολεύονται κάτου απ' τα ξένα βήματα, αυτά τα πρόσωπα δε βολεύονται παρά μόνο στον ήλιο, αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο. Ετούτο το τοπίο είναι σκληρό σαν τη σιωπή, σφίγγει στον κόρφο του τα πυρωμένα του λιθάρια, σφίγγει στο φως τις ορφανές ελιές του και τ' αμπέλια του, σφίγγει τα δόντια. Δεν υπάρχει νερό. Μονάχα φως. O δρόμος χάνεται στο φως κι o ίσκιος της μάντρας είναι σίδερο. Μαρμάρωσαν τα δέντρα, τα ποτάμια κ' οι φωνές μες στον άσβεστη του ήλιου. Η ρίζα σκοντάφτει στο μάρμαρο. Τα σκονισμένα σκοίνα. Το μουλάρι κι o βράχος. Λαχανιάζουν. Δεν υπάρχει νερό. Όλοι διψάνε. Χρόνια τώρα. Όλοι μασάνε μια μπουκιά ουρανό πάνου απ' την πίκρα τους. Τα μάτια τους είναι κόκκινα απ' την αγρύπνια, μια βαθειά χαρακιά σφηνωμένη ανάμεσα στα φρύδια τους σαν ένα κυπαρίσσι ανάμεσα σε δυο βουνά το λιόγερμα [...]..Subject - Topical Name: Νεοελληνική ποίηση| Cover image | Item type | Current library | Collection | Call number | Copy number | Status | Date due | Barcode |
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
|
|
Book
|
Δημοτική Βιβλιοθήκη Κομοτηνής | Κύρια Συλλογή | 889.1 ΡΙΤ (Browse shelf(Opens below)) | 1 | Available | 0000004431 |
Browsing Δημοτική Βιβλιοθήκη Κομοτηνής shelves, Collection: Κύρια Συλλογή Close shelf browser (Hides shelf browser)
| 889.1 ΡΙΤ Πέτρες, επαναλήψεις, κιγκλίδωμα | 889.1 ΡΙΤ Πέτρες, επαναλήψεις, κιγκλίδωμα | 889.1 ΡΙΤ Τα επικαιρικά | 889.1 ΡΙΤ Ρωμιοσύνη | 889.1 ΡΙΤ Το νεκρό σπίτι | 889.1 ΡΙΤ Ο τοίχος μέσα στον καθρέφτη | 889.1 ΡΙΤ Διάδρομος και σκάλα |
Αυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό,
αυτές οι πέτρες δε βολεύονται κάτου απ' τα ξένα βήματα,
αυτά τα πρόσωπα δε βολεύονται παρά μόνο στον ήλιο,
αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο.
Ετούτο το τοπίο είναι σκληρό σαν τη σιωπή,
σφίγγει στον κόρφο του τα πυρωμένα του λιθάρια,
σφίγγει στο φως τις ορφανές ελιές του και τ' αμπέλια του,
σφίγγει τα δόντια. Δεν υπάρχει νερό. Μονάχα φως.
O δρόμος χάνεται στο φως κι o ίσκιος της μάντρας είναι σίδερο.
Μαρμάρωσαν τα δέντρα, τα ποτάμια κ' οι φωνές
μες στον άσβεστη του ήλιου.
Η ρίζα σκοντάφτει στο μάρμαρο. Τα σκονισμένα
σκοίνα.
Το μουλάρι κι o βράχος. Λαχανιάζουν. Δεν υπάρχει
νερό.
Όλοι διψάνε. Χρόνια τώρα. Όλοι μασάνε μια μπουκιά ουρανό πάνου απ' την πίκρα τους.
Τα μάτια τους είναι κόκκινα απ' την αγρύπνια,
μια βαθειά χαρακιά σφηνωμένη ανάμεσα στα φρύδια τους
σαν ένα κυπαρίσσι ανάμεσα σε δυο βουνά το λιόγερμα [...].


There are no comments on this title.