Επιτάφιος / Γιάννης Ρίτσος
Language: Ελληνικά, Σύγχρονα.Publication: [χ.τ.] : Κέδρος, 1974Description: 26 σ. ; 24χ18 εκ.Dewey: 889.1 ΡΙΤAbstract: Γιε μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου, καρδούλα της καρδιάς μου, πουλάκι της φτωχειάς αυλής, ανθέ της ερημιάς μου, Πώς κλείσαν τα ματάκια σου και δε θωρείς που κλαίω και δε σαλεύεις, δε γροικάς τα που πικρά σου λέω; Γιόκα μου, εσύ που γιάτρευες κάθε παράπονό μου, που μάντευες τί πέρναγε κάτου απ’ το τσίνορό μου, Τώρα δε με παρηγοράς και δε μου βγάζεις άχνα και δε μαντεύεις τις πληγές που τρώνε μου τα σπλάχνα; Πουλί μου, εσύ που μου ’φερνες νεράκι στην παλάμη πώς δε θωρείς που δέρνουμαι και τρέμω σαν καλάμι; Στη στράτα εδώ καταμεσίς τ’ άσπρα μαλλιά μου λύνω και σου σκεπάζω της μορφής το μαραμένο κρίνο. Φιλώ το παγωμένο σου χειλάκι που σωπαίνει κ’ είναι σα να μου θύμωσε και σφαλιγμένο μένει. Δε μου μιλείς κ’ η δόλια εγώ τον κόρφο, δες, ανοίγω και στα βυζιά που βύζαξες τα νύχια, γιε μου, μπήγω...Subject - Topical Name: Νεοελληνική ποίηση| Cover image | Item type | Current library | Collection | Call number | Copy number | Status | Date due | Barcode |
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
|
|
Book
|
Δημοτική Βιβλιοθήκη Κομοτηνής | Κύρια Συλλογή | 889.1 ΡΙΤ (Browse shelf(Opens below)) | 1 | Available | 0000001744 |
Browsing Δημοτική Βιβλιοθήκη Κομοτηνής shelves, Collection: Κύρια Συλλογή Close shelf browser (Hides shelf browser)
| 889.1 ΡΙΤ Το νεκρό σπίτι | 889.1 ΡΙΤ Ο τοίχος μέσα στον καθρέφτη | 889.1 ΡΙΤ Διάδρομος και σκάλα | 889.1 ΡΙΤ Επιτάφιος | 889.1 ΡΙΤ Κάτω απ' τον ίσκιο του βουνού | 889.1 ΡΙΤ Πρωινό άστρο | 889.1 ΡΙΤ Ποιήματα (1930 - 1960) , τόμος Α' |
Γιε μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου, καρδούλα της καρδιάς μου, πουλάκι της φτωχειάς αυλής, ανθέ της ερημιάς μου, Πώς κλείσαν τα ματάκια σου και δε θωρείς που κλαίω και δε σαλεύεις, δε γροικάς τα που πικρά σου λέω; Γιόκα μου, εσύ που γιάτρευες κάθε παράπονό μου, που μάντευες τί πέρναγε κάτου απ’ το τσίνορό μου, Τώρα δε με παρηγοράς και δε μου βγάζεις άχνα και δε μαντεύεις τις πληγές που τρώνε μου τα σπλάχνα; Πουλί μου, εσύ που μου ’φερνες νεράκι στην παλάμη πώς δε θωρείς που δέρνουμαι και τρέμω σαν καλάμι; Στη στράτα εδώ καταμεσίς τ’ άσπρα μαλλιά μου λύνω και σου σκεπάζω της μορφής το μαραμένο κρίνο. Φιλώ το παγωμένο σου χειλάκι που σωπαίνει κ’ είναι σα να μου θύμωσε και σφαλιγμένο μένει. Δε μου μιλείς κ’ η δόλια εγώ τον κόρφο, δες, ανοίγω και στα βυζιά που βύζαξες τα νύχια, γιε μου, μπήγω..


There are no comments on this title.