Αρκαδική ραψωδία / Ηλίας Σιμόπουλος
Language: Ελληνικά, Σύγχρονα.Publication: Αθήνα : Μαυρίδης, 1975Description: 44 σ. ; 25χ18 εκ.Dewey: 889.1 ΣΙΜAbstract: Ο Ηλίας Σιμόπουλος ανήκει στη χορεία των μεγάλων αρκάδων πνευματικών δημιουργών που συνεχίζει επάξια την παράδοση της ιδιαίτερης πατρίδας του. Ποιητής του καιρού του και του λαού του, έχει διανύσει μια μακρόχρονη πορεία στα ελληνικά γράμματα, εκφράζοντας πάντα τους οραματισμούς και τις αγωνίες του σύγχρονου Έλληνα, αλλά και του σύγχρονου ανθρώπου, όπου γης. Η ποίησή του αγγίζει κατευθείαν, την καρδιά του αναγνώστη. Δίχως μεγαλοστομίες και αναζητήσεις εντυπωσιακών στίχων και εικόνων, καταγράφει τις συγκινήσεις του και τις προσδοκίες του, με λιτά μέσα, αλλά και μ’ έναν πλούσιο λυρισμό, ενώ βλέπει την τέχνη σαν κοινωνικό φαινόμενο, που θέλει με την ποίησή του να τέρψει, αλλά και να ωφελήσει, να προβληματίσει. Να ξυπνήσει συνειδήσεις. Να καταγγείλει τους δολοφόνους των ελπίδων. Γίνεται ένας οικουμενικός ποιητής, που έχει το μαχητικό του ορμητήριο σ’ ετούτη τη φλούδα γης που λέγεται Ελλάδα. Αρκαδική, ελληνική αλλά και οικουμενική η ποίησή του. Η Αρκαδία άλλωστε υπήρξε ιδανικός συμβολικός χώρος στα ευρωπαϊκά γράμματα.” «Ο Θρήνος Της Μάνας» Όλη τη μέρα που ‘λειπες το σπίτι μας ρημάδι. Κι όμως πώς ήταν όμορφα σα γύριζες το βράδυ Κι ας τρώγαμε ξερό ψωμί κι ας έλειπε το λάδι. Κι ας έλειπαν τα κάρβουνα φτάνει που ήσουν κοντά μου. Αχ πως στο κάθε χτύπημα της πόρτας η καρδιά μου Ραγίζουνταν, αγόρι μου, και μου ‘φευγε η λαλιά μου. Θυμάσαι τις τριανταφυλλιές μπροστά στο περιβόλι Που ανθίζανε την άνοιξη και πια την κάθε σκόλη Γιομίζαμε τριαντάφυλλα την αγκαλιά μας όλη. Κι ο γέρος ο πατέρας σου καμάρωνε κι αντάμα Καμάρωνα κι η δόλια εγώ, κι αν έκλαιγα – τι θάμα!- Περσότερο ξαλάφρωνε η καρδιά μου από το κλάμα. Μεγάλωσες. Δε μ’ άκουγες. Έφευγες όλη μέρα. Κι όταν τα βράδια μου ‘λεγες «Η Λευτεριά μητέρα Θα ρθεί» μ’ άγγιζαν την καρδιά τα λόγια σα φοβέρα. Μ’ αν μου ‘φευγες πρωί πρωί, προτού να φέξει, μόνος Κι αργοκυλούσαν οι ώρες μου, κάθε στιγμή ένας χρόνος Το ‘ξερα πως θα γύριζες κ’ ήταν γλυκός ο πόνος. Τώρα στο παραγώνι μας κουβαριασμένη ρέβω Σαν αστραποκαμένη ελιά και πια δε σε γυρεύω Τι ‘ναι ψηλός ο ανήφορος και δε μπορώ ν’ ανέβω. Γιατί δεν άκουες, γιόκα μου, τη μάνα που σ’ εγέννα; Κι αν έρθει τώρα η Λευτεριά πουν’ όλα ρημαγμένα Τι να την κάνω, αγόρι μου γλυκό, χωρίς εσένα;.Subject - Topical Name: Νεοελληνική ποίηση| Cover image | Item type | Current library | Collection | Call number | Copy number | Status | Date due | Barcode |
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
|
|
Book
|
Δημοτική Βιβλιοθήκη Κομοτηνής | Κύρια Συλλογή | 889.1 ΣΙΜ (Browse shelf(Opens below)) | 1 | Available | 0000003538 |
Browsing Δημοτική Βιβλιοθήκη Κομοτηνής shelves, Collection: Κύρια Συλλογή Close shelf browser (Hides shelf browser)
| 889.1 ΣΙΚ Λυρικός Βίος , Άγνωστα & Ανέκδοτα Ποιήματα 1902-1951 (τόμος ΣΤ) | 889.1 ΣΙΚ Ακριτικά , 1941-1942 | 889.1 ΣΙΜ Μικρές μαρτυρίες | 889.1 ΣΙΜ Αρκαδική ραψωδία | 889.1 ΣΙΜ Τεκμήρια | 889.1 ΣΙΝ Το χρονικό | 889.1 ΣΙΝ Η νύχτα και η αντίστιξη |
Ο Ηλίας Σιμόπουλος ανήκει στη χορεία των μεγάλων αρκάδων πνευματικών δημιουργών που συνεχίζει επάξια την παράδοση της ιδιαίτερης πατρίδας του. Ποιητής του καιρού του και του λαού του, έχει διανύσει μια μακρόχρονη πορεία στα ελληνικά γράμματα, εκφράζοντας πάντα τους οραματισμούς και τις αγωνίες του σύγχρονου Έλληνα, αλλά και του σύγχρονου ανθρώπου, όπου γης. Η ποίησή του αγγίζει κατευθείαν, την καρδιά του αναγνώστη. Δίχως μεγαλοστομίες και αναζητήσεις εντυπωσιακών στίχων και εικόνων, καταγράφει τις συγκινήσεις του και τις προσδοκίες του, με λιτά μέσα, αλλά και μ’ έναν πλούσιο λυρισμό, ενώ βλέπει την τέχνη σαν κοινωνικό φαινόμενο, που θέλει με την ποίησή του να τέρψει, αλλά και να ωφελήσει, να προβληματίσει. Να ξυπνήσει συνειδήσεις. Να καταγγείλει τους δολοφόνους των ελπίδων. Γίνεται ένας οικουμενικός ποιητής, που έχει το μαχητικό του ορμητήριο σ’ ετούτη τη φλούδα γης που λέγεται Ελλάδα. Αρκαδική, ελληνική αλλά και οικουμενική η ποίησή του. Η Αρκαδία άλλωστε υπήρξε ιδανικός συμβολικός χώρος στα ευρωπαϊκά γράμματα.”
«Ο Θρήνος Της Μάνας»
Όλη τη μέρα που ‘λειπες το σπίτι μας ρημάδι.
Κι όμως πώς ήταν όμορφα σα γύριζες το βράδυ
Κι ας τρώγαμε ξερό ψωμί κι ας έλειπε το λάδι.
Κι ας έλειπαν τα κάρβουνα φτάνει που ήσουν κοντά μου.
Αχ πως στο κάθε χτύπημα της πόρτας η καρδιά μου
Ραγίζουνταν, αγόρι μου, και μου ‘φευγε η λαλιά μου.
Θυμάσαι τις τριανταφυλλιές μπροστά στο περιβόλι
Που ανθίζανε την άνοιξη και πια την κάθε σκόλη
Γιομίζαμε τριαντάφυλλα την αγκαλιά μας όλη.
Κι ο γέρος ο πατέρας σου καμάρωνε κι αντάμα
Καμάρωνα κι η δόλια εγώ, κι αν έκλαιγα – τι θάμα!-
Περσότερο ξαλάφρωνε η καρδιά μου από το κλάμα.
Μεγάλωσες. Δε μ’ άκουγες. Έφευγες όλη μέρα.
Κι όταν τα βράδια μου ‘λεγες «Η Λευτεριά μητέρα
Θα ρθεί» μ’ άγγιζαν την καρδιά τα λόγια σα φοβέρα.
Μ’ αν μου ‘φευγες πρωί πρωί, προτού να φέξει, μόνος
Κι αργοκυλούσαν οι ώρες μου, κάθε στιγμή ένας χρόνος
Το ‘ξερα πως θα γύριζες κ’ ήταν γλυκός ο πόνος.
Τώρα στο παραγώνι μας κουβαριασμένη ρέβω
Σαν αστραποκαμένη ελιά και πια δε σε γυρεύω
Τι ‘ναι ψηλός ο ανήφορος και δε μπορώ ν’ ανέβω.
Γιατί δεν άκουες, γιόκα μου, τη μάνα που σ’ εγέννα;
Κι αν έρθει τώρα η Λευτεριά πουν’ όλα ρημαγμένα
Τι να την κάνω, αγόρι μου γλυκό, χωρίς εσένα;


There are no comments on this title.