Local cover image
Local cover image

Στην ασπροθάλασσα / Γιάννης Γ. Σφακιανακης

Main Author: Σφακιανάκης , Γιάννης Γ., ΣυγγραφέαςCorporate Author (Main): Δίφρος, ΕκδότηςLanguage: Ελληνικά, Σύγχρονα.Publication: Δίφρος, 1962, ΑθήναDescription: 225 σ. ; 21χ14 εκ.Dewey: 910.4 ΣΦΑAbstract: Δε θα ξεχάσω ποτέ, όταν στρίψαμε τον Κάβο-Σκυλί και φάνηκε μπροστά μας ορθοστύλωτος και γκριζοκόκκινος ο βράχος της Κολόνας με τα σπιτάκια του, με το ρολόι του και με τους κάκτους, που ριζοβόλησαν ανάμεσα στα βράχια του. Είταν καλοκαιριάτικο απομεσήμερο. Αγνάντια του κόρφου του μοναστηριού, στη στεριά της Τροιζηνίας κατά το Γαλατά, άκουγες θαρρείς τα τζιτζίκια που τσίριζαν και τις ασημόφεγγες λεύκες, που φουρφούριζαν στο πράο αγέρι. Ανοιχτοπράσινο ξεχώριζε το λεμονόδασο μέσα στις σκούρες σύδεντρες πλαγιές. Το Μοναστήρι από την πλατεία της Κολόνας (λέγεται Κολόνα γιατί υπάρχει μια στήλη μπηγμένη μεσ' στο χώμα από μαυριδερό μάρμαρο, άγνωστο πώς βρέθηκε εκεί) είναι σε απόσταση μισής ώρας, αφού περάσεις το Ναυτικό Προγυμναστήριο, το γιοφύρι του καναλιού της Σφαιρίας Χερσόνησος, όπως την έλεγε ο Παυσανίας, που τώρα έγινε ένα τριγωνικό νησάκι, με το Προγυμναστήριο επάνω του και το νεκροταφείο του "Άσπρου Γάτου". Έκανε φοβερή ζέστη, ο κόρφος το Νεώριου και του Παλιού Ναύσταθμου είχε πήξει. Έβραζε και μύριζε άρμη. Τύφλωνε η αντιφεγγιά του καθώς τη χτυπούσε ο ήλιος. Από τη μπάντα του σπιτιού του Δραγούμη, του "Κόκκινου Σπιτιού" όπως το λένε, καλαφατίζανε ένα σκαφίδι. Πήγα και κάθισα λίγην ώρα στον ίσκιο που έριχνε η πρύμη του πάνω στον άμμο με το πουκάμισο που 'χε κολλήσει απάνω μου απ' τον ίδρο. Άμα στέγνωσα σηκώθηκα. Φορτώθηκα στην πλάτη μου το γυλιό και ξανακίνησα. Περπατούσα στην τύχη πάνω στη δημοσιά που άναβε από τη ζέστη κι έφτασα σ' ένα ρημοκλησάκι ασβεστοχρισμένο με κεραμιδένια στέγη, μ' ένα φουντωτό πεύκο στον αυλόγυρό του. Δεν πίστευα πως τούτο είταν το Μοναστήρι που γύρευα, μα πάλι άλλο μοναστήρι δε φαινόταν πουθενά κι ο δρόμος τέλευε, θαρρείς, εκεί κατά το γύρισμα..Subject - Topical Name: Ταξίδια και περιηγήσεις | Ταξιδιωτικές αφηγήσεις
Tags from this library: No tags from this library for this title. Log in to add tags.
Star ratings
    Average rating: 0.0 (0 votes)

Δε θα ξεχάσω ποτέ, όταν στρίψαμε τον Κάβο-Σκυλί και φάνηκε μπροστά μας ορθοστύλωτος και γκριζοκόκκινος ο βράχος της Κολόνας με τα σπιτάκια του, με το ρολόι του και με τους κάκτους, που ριζοβόλησαν ανάμεσα στα βράχια του. Είταν καλοκαιριάτικο απομεσήμερο. Αγνάντια του κόρφου του μοναστηριού, στη στεριά της Τροιζηνίας κατά το Γαλατά, άκουγες θαρρείς τα τζιτζίκια που τσίριζαν και τις ασημόφεγγες λεύκες, που φουρφούριζαν στο πράο αγέρι. Ανοιχτοπράσινο ξεχώριζε το λεμονόδασο μέσα στις σκούρες σύδεντρες πλαγιές. Το Μοναστήρι από την πλατεία της Κολόνας (λέγεται Κολόνα γιατί υπάρχει μια στήλη μπηγμένη μεσ' στο χώμα από μαυριδερό μάρμαρο, άγνωστο πώς βρέθηκε εκεί) είναι σε απόσταση μισής ώρας, αφού περάσεις το Ναυτικό Προγυμναστήριο, το γιοφύρι του καναλιού της Σφαιρίας Χερσόνησος, όπως την έλεγε ο Παυσανίας, που τώρα έγινε ένα τριγωνικό νησάκι, με το Προγυμναστήριο επάνω του και το νεκροταφείο του "Άσπρου Γάτου".

Έκανε φοβερή ζέστη, ο κόρφος το Νεώριου και του Παλιού Ναύσταθμου είχε πήξει. Έβραζε και μύριζε άρμη. Τύφλωνε η αντιφεγγιά του καθώς τη χτυπούσε ο ήλιος. Από τη μπάντα του σπιτιού του Δραγούμη, του "Κόκκινου Σπιτιού" όπως το λένε, καλαφατίζανε ένα σκαφίδι. Πήγα και κάθισα λίγην ώρα στον ίσκιο που έριχνε η πρύμη του πάνω στον άμμο με το πουκάμισο που 'χε κολλήσει απάνω μου απ' τον ίδρο. Άμα στέγνωσα σηκώθηκα. Φορτώθηκα στην πλάτη μου το γυλιό και ξανακίνησα. Περπατούσα στην τύχη πάνω στη δημοσιά που άναβε από τη ζέστη κι έφτασα σ' ένα ρημοκλησάκι ασβεστοχρισμένο με κεραμιδένια στέγη, μ' ένα φουντωτό πεύκο στον αυλόγυρό του. Δεν πίστευα πως τούτο είταν το Μοναστήρι που γύρευα, μα πάλι άλλο μοναστήρι δε φαινόταν πουθενά κι ο δρόμος τέλευε, θαρρείς, εκεί κατά το γύρισμα.

There are no comments on this title.

to post a comment.

Click on an image to view it in the image viewer

Local cover image
Koha δημιουργία